Γενίκιοι (Νεοχώρι) Περίστασης Ανατολικής Θράκης
Από τις αφηγήσεις των παππούδων μου
Ονομάζομαι Κράνης Νικόλαος. Ο πατέρας μου που ονομάζονταν Πασχάλης γεννήθηκε στο Γενίκιοι το1919. Γονείς του ήταν
ο Νικόλαος και η Βασιλοπούλα το γένος Γιαγατσινού.
Η μητέρα μου Δόμνα, το γένος Τσακανίκα κατάγονταν από το Σχολάρι της
Ανατολικής Θράκης.
Μεγάλωσα με τις αφηγήσεις των παππούδων μου για τις αλησμόνητες
πατρίδες. Αυτές ενστάλαξαν στην ψυχή μου την αγάπη και τη νοσταλγία για μια
πατρίδα που δεν είχα γνωρίσει μέχρι τότε. Εντυπώθηκαν βαθιά μέσα μου και θα τις
καταθέσω παρακάτω με την ελπίδα ότι συμβάλλω και εγώ, έστω και λίγο στην
προσπάθεια συλλογής ιστορικών στοιχείων για το Γενίκιοι. Ο
παππούς μου Νικόλαος Γκιράνης, (το Γκιράνης στην Ελλάδα έγινε Γκράνης και
αργότερα Κράνης), γιός του κοτζάμπαση(αγροφύλακα) Παναγιώτη και της Ματαρώς το
γένος Χρυσομάλη γεννήθηκε στο Γενίκιοι το 1875.
Αδελφές του ήταν η Λαμπρινή,
σύζυγος του Ανδρέα Κοντότση και η Ματαρώ(ετεροθαλής αδελφή) ,σύζυγος του
Μανασσή Χρυσομάλη. Τρία αδέλφια του παππού Παναγιώτη μετανάστευσαν στην Αμερική
το 1880 για να αποφύγουν τη στράτευση στον Τουρκικό στρατό και αλληλογραφούσαν μαζί
του μέχρι το 1914. .Ο παππούς μου ο Νίκος το 1908 παντρεύτηκε τη Βασιλοπούλα Γιαγατσινού, κόρη του Στέφανου και της
Χρυσούλας. Το 1910 μετά τη γέννηση της κόρης του Ματαρώς επιστρατεύεται στον Τουρκικό στρατό. Με
τη λήξη της στρατιωτικής του θητείας επιστρέφει στο χωριό του και γεννιέται η
κόρη του Σοφία. Το 1914 οδηγείται στα καταναγκαστικά έργα (αμελέ ταμπούρ) στην
περιοχή του Ικονίου για τη διάνοιξη
γαλαρίας σιδηροδρόμου μαζί με άλλους συγχωριανούς του ένας εκ των οποίων ήταν ο
Δημήτριος Πασπαλτζής. Οι σκληρές συνθήκες διαβίωσης και εργασίας οδήγησαν στο
θάνατο πολλούς από τους εργαζόμενους εκεί. Ένα από τα θύματα ήταν και ο συμπατριώτης του, Πασχάλης του
οποίου η αδελφή Βασιλοπούλα βάπτισε αργότερα το γιο του παππού Νικόλα και δικό
μου πατέρα και του έδωσε το όνομα Πασχάλης.
Τη χρονική αυτή περίοδο συνέβη κάποιο συγκινητικό γεγονός που μου το
διηγήθηκε ο παππούς μου. Στα καταναγκαστικά έργα δούλευαν μαζί του δύο
Καππαδόκες ,ο Λάζαρος Χατζηφιλιππίδης από τα Σύλλατα και ο Λάζαρος Αγάογλου από
το Ανταβάλ. Ο Χατζηφιλιππίδης καταδικάσθηκε για ασήμαντη αφορμή από το τούρκικο
στρατοδικείο σε θάνατο. Η ποινή δεν εκτελέσθηκε γιατί είχαν το Ραμαζάνι. Μετά
το Ραμαζάνι ακολουθούσε το Σεκέρ Μπαιράμ (πανήγυρη του γλυκού) στη διάρκεια του
οποίου γίνονταν αγώνες πάλης μεταξύ ενός Χριστιανού και ενός Τούρκου. Ο νικητής
έπαιρνε ως αντάλλαγμα ό,τι ζητούσε.
Τη θέση του Έλληνα παλαιστή πήρε ο Αγάογλου , οποίος νίκησε τον Τούρκο αντίπαλό του και ως
αντάλλαγμα ζήτησε την αθώωση του Χατζηφιλιππίδη και άδεια για να γιορτάσουν το
Πάσχα με τις οικογένειές τους. Τα αιτήματά του έγιναν αποδεκτά από τον Τούρκο
διοικητή και οι δύο Καππαδόκες έκαναν Πάσχα
με τις οικογένειές τους. O Χατζηφιλιππίδης μάλιστα φιλοξένησε και το παππού μου
στο σπίτι του στα Σύλλατα γιατί παρόλο που πήρε άδεια κι αυτός δεν ήταν δυνατόν να πάει στο Γενίκιοι λόγω της
μεγάλης απόστασης.
Η περιγραφή του χωριού των Συλλάτων και του σπιτιού του Χατζηφιλιππίδη
που μου έκανε ο παππούς μου ήταν τόσο
ακριβής ώστε όταν επισκέφθηκα το 2007 με τη γυναίκα μου τα Σύλλατα της Καππαδοκίας και βρήκαμε μαζί με τους εγγονούς του το σπίτι του Χατζηφιλιππίδη,
απόρησα για την ακρίβεια των λεγομένων του παππού μου.

